Skip to content

Μαζοχισμός και ρωσικό μυθιστόρημα

Προς το τέλος του δοκιμίου  Το Οικονομικό Πρόβλημα του Μαζοχισμού (1924), ο Freud μιλώντας για τον πειρασμό που εισάγει στον άνθρωπο ο μαζοχισμός, να διαπράξει δηλ. ‘αμαρτωλές’ πράξεις για τις οποίες στη συνέχεια θα  εξιλεωθεί με τις μομφές της σαδιστικής συνείδησης, παραθέτει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα “τόσο πολλούς Ρωσικούς μυθιστορηματικούς ήρωες”. Έτσι, γενικά και αόριστα, χωρίς καμία παραπομπή σε έργο ή ήρωα.

Γνωρίζοντας τον θαυμασμό του για τον Ντοστογιέφσκι και τις συχνές αναφορές στο μυθιστόρημα Αδελφοί Καραμαζώφ στην εργασία του Ο Ντοστογιέφσκι και η Πατροκτονία (1928), μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε πως είχε στο μυαλό του αυτό το έργο. Και πιο συγκεκριμένα το 4ο κεφάλαιο του 5ου βιβλίου με τίτλο Ανταρσία, μια μικρή πραγματεία περί σαδομαζοχισμού.

«Σε βασανίζω, Αλιόσα, μου φαίνεται πως δεν αισθάνεσαι καλά. Αν θέλεις, σταματάω.                                                                                                                 -Δεν πειράζει, θέλω και γω να υποφέρω, τραύλισε ο Αλιόσα.»

Σε επιστολή του στον Reik (1929) o Freud εξομολογείται: “ Έχεις δίκιο να φαντάζεσαι ότι παρ’ όλο τον θαυμασμό μου για την ένταση και υπεροχή του Ντοστογιέφσκι, δεν τον συμπαθώ στη πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί η υπομονή μου για τους παθολογικούς χαρακτήρες εξαντλείται στην ανάλυση. Στην τέχνη και τη ζωή δεν τους αντέχω.”

 

Τέχνη και ψυχανάλυση

Σε εποχές που η σκέψη του Freud αμφισβητείται ή και κατακρεουργείται από την επιστημονική και ψυχαναλυτική κοινότητα, η έμμεση υπεράσπισή της έρχεται και πάλι από τον χώρο της Τέχνης. Ο ίδιος ο Freud πάντα πίστευε ότι οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες γενικότερα ήταν οι καλύτεροι συνήγοροι της θεωρίας του μιας και είχαν την ικανότητα να εμβαθύνουν με οξυδέρκεια στον ανθρώπινο ψυχισμό. Στο σύνολο του έργου του διακρίνει πολύ εύκολα ο αναγνώστης μια φανταστική παγκόσμια βιβλιοθήκη και πινακοθήκη.

Ο Daniel Barenboim περιγράφει∗ με την χαρακτηριστική απλότητα που τον διακρίνει πώς δύο εξέχουσες μορφές της Μουσικής στον  20ο αιώνα, ο Edwin Fischer και ο Claudio Arrau, ανταποκρίνονται συναισθηματικά στο ίδιο μουσικό θέμα, το τελευταίο μέρος της σονάτας Νο 7 του Beethoven. Στον πρώτο γεννώνται αισθήματα ευθυμίας και χαράς, στον δεύτερο θλίψη και τραγικότητα.

Πως τo ‘λεγε ο Freud; Η βαθύτερη ουσία της ενόρμησης είναι η ώση, το αντικείμενο είναι μεταβλητό, μπορεί όμως το ίδιο αντικείμενο να ικανοποιεί ταυτόχρονα διαφορετικές ενορμήσεις.

∗  https://www.youtube.com/watch?v=wh-pcrWG3Mg

Χαμένες ομορφιές

Ένα  από τα καλύτερα δοκίμια εφαρμοσμένης ψυχανάλυσης φέρει την υπογραφή του Karl Abraham : GIOVANNI SEGANTINI, μια ψυχαναλυτική μελέτη (1925). Με βάση τη βιογραφία του Ιταλού ζωγράφου και το έργο του, ο Γερμανός  ψυχαναλυτής προσπάθησε να προσεγγίσει ψυχοδυναμικά την προσωπικότητα του Segantini και να συνδέσει το έργο με την ιστορία του δημιουργού του. Ταυτόχρονα χάρισε στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία μια υποδειγματική πραγματεία για την κατάθλιψη.

Ο Segantini (1858-1899) δεν είχε ακόμα συμπληρώσει τα πέντε του χρόνια όταν έχασε τη μητέρα του. Η κατανόηση της επίδρασης αυτής της απώλειας στη ζωή και το καλλιτεχνικό έργο του ζωγράφου, με ευρύτερα συμπεράσματα για την κατάθλιψη του νευρωτικού, υπήρξε το  έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του δοκιμίου που εκτείνεται σε 52 σελίδες. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, ο Abraham είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις συναισθηματικές διαταραχές και η συνεισφορά του στον τομέα αυτόν αναγνωρίζεται και στην εποχή μας. (Η βιογράφος του Anna Bentinck van Schoonheten συνδέει το συγκεκριμένο αντικείμενο μελέτης του με την κατάθλιψη της μητέρας του όταν ο Abraham ήταν παιδάκι).

Γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Segantini: “Διατηρώ την ανάμνηση της μητέρας μου κι αν ήταν δυνατό να παρουσιαστεί τώρα δα μπροστά στα μάτια μου, εύκολα θα την αναγνώριζα μετά από τριάντα ένα χρόνια. Την βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου, ψηλή κι αποκαμωμένη, να προχωρά. Ήταν όμορφη, όχι σαν το χάραμα ή το μεσουράνημα, αλλά σαν το ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα. Δεν είχε συμπληρώσει  τα είκοσι εννιά της χρόνια όταν πέθανε”.

Και το σχόλιο του Abraham: “Στα λόγια αυτά του ώριμου άνδρα δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην μητρική αγάπη ή φροντίδα. Διαβάζοντας την περιγραφή του για τη θλιμμένη περίοδο που ξεκίνησε με τον θάνατο της μητέρας του, μάταια αναζητούμε κάποια αντιπαραβολή του πόσο καλά φροντίστηκε από τη μητέρα του με την κακή  μεταχείριση που υπέστη μεταγενέστερα. Δεν κάνει καμία τέτοια κουβέντα. Ο Segantini μιλάει για τελείως διαφορετικά πράγματα: για την ομορφιά, τη μορφή, την κίνηση, το παράστημα και τη νιότη της μητέρας του και μπροστά μας έχουμε την εικόνα της. Αν στο παραπάνω παράθεμα έλειπαν οι λέξεις ‘της μητέρας μου’, θα ήταν σαν να μιλούσε ο εραστής για τη χαμένη αγαπημένη του…Στα λόγια του ενήλικα ακούμε την ηχώ του παιδικού ερωτισμού”. Και λίγο παρακάτω: “Όπως μαθαίνουμε από την ψυχανάλυση των νευρωτικών, η απώθηση επιφέρει μια αλλαγή μεγάλης σπουδαιότητας στα συναισθήματα του αγοριού. Σε συνειδητό επίπεδο, η υπερβολική ερωτική σύνδεση με τη μητέρα που τον φροντίζει, αντικαθίσταται από ευγνωμοσύνη και σεβασμό. Καθώς οι αιμομικτικές επιθυμίες σθεναρά απωθούνται, υπερτονίζονται τα χαρακτηριστικά της μητρότητας”. 

Αυτή η αντικατάσταση (αποσεξουαλικοποίηση) δεν έγινε στο πέρασμα του χρόνου και στην ίδια την ψυχαναλυτική θεωρία; Μήπως με την τελευταία του πρόταση ο Abraham μας προσφέρει και την αιτιολόγησή  της;

In memoriam

Αυτό που θέλει να υπερασπιστεί για μένα η Αντιγόνη είναι τη μοναξιά της και τον κλήρο της, να κλείσει με τον θάνατό της τον κύκλο των Λαβδακιδών. 

Δ.Ν.Μαρωνίτης, 1929-2016

“ Αγαπητέ Δρ. Schnitzler,                                                                                                                                  για πολλά χρόνια ήμουν σε γνώση της ευρείας ταύτισης των απόψεών σας με τις δικές μου πάνω σε πολλά ψυχολογικά και ερωτικά προβλήματα• πρόσφατα μάλιστα βρήκα το θάρρος να εξάρω ευθέως αυτή την ομοφωνία ( Ανάλυση μιας περίπτωσης υστερίας, 1905 ). Αναρωτήθηκα συχνά με έκπληξη πως φτάσατε σε διάφορες κρυμμένες  γνώσεις που εγώ απέκτησα με επιμελή διερεύνηση του αντικειμένου και κατέληξα να ζηλεύω τον συγγραφέα που μέχρι τώρα θαύμαζα. ”                                                 

Επιστολή του Freud στον συγγραφέα Arthur Schnitzler, 8/5/1906

Η φανερή γοητεία της αιμομιξίας

Το καλοκαίρι του 1919 είδε το φως της δημοσιότητας το δοκίμιο ‘A Child is being Beaten’, μια διεισδυτική ματιά του Freud στο θέμα του μαζοχισμού. Η ιδιαίτερη σημασία όμως  αυτού του έργου έγκειται στην ενδελεχή συζήτηση  του ζητήματος των κινήτρων της απώθησης. 

Εξετάζοντας αυτό το θέμα, ο λυρισμός του συγγραφέα κορυφώνεται σ´ ένα χαρακτηριστικό σημείο που αφορά τις αιμομικτικές επιθυμίες: «Αλλά φτάνει ο καιρός που όλο αυτό το πρώιμο λουλούδιασμα το καίει η παγωνιά. Καμιά από τις αιμομικτικές αγάπες δεν μπορεί να αποφύγει τη μοίρα της απώθησης».

Με άλλα λόγια ο Freud χαράσσει τα όρια του σύγχρονου ανθρώπου, όρια απελευθέρωσης αλλά και ανάσχεσης ταυτόχρονα: ανάμεσα στη Σοφόκλεια Αντιγόνη και τη Δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό, ανάμεσα στον Θάνατο και τον Έρωτα με το ακριβό του τίμημα. Αγώνας διαρκής.

Θα κατανοούσε τους λόγους, αλλά, ως  γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού, θα θλιβόταν βλέποντας τη ζυγαριά της Ευρώπης να γέρνει σήμερα προς τον διαχωρισμό.

Προς το ασυνείδητο

Μαγική εικόνα

Άνοιξες την πόρτα και μετά

άλλη κι άλλη και βρέθηκες

στη μέση του μεγάλου τσίρκου

στο κλουβί με τα λιοντάρια.

Είπες: Θε μου, τι γυρεύω εδώ;

Εγώ πήγαινα στην τουαλέτα.

Το ποίημα του Γιάννη Κοντού, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, θα μπορούσε να είναι το όνειρο κάποιου αναλυόμενου. Άλλωστε και το όνειρο μια μαγική εικόνα είναι, ένα κρυπτόλεξο. Η λύση του, στο 7ο κεφάλαιο της Ερμηνείας των Ονείρων.

Το διαχρονικό εφήμερο

“ O Φρόιντ θεωρούσε τον εαυτό του επιστήμονα, αλλά θα επιζήσει ως μέγας δοκιμιογράφος, όπως ο Μοντέν και ο Έμερσον…αν θέλουμε να αποδώσουμε στον Φρόιντ τις τιμές που του αρμόζουν, θα πρέπει να τον δούμε σαν τον Μοντέν της Χαοτικής μας Εποχής ” αποφαίνεται ο Χάρολντ Μπλούμ στον Δυτικό Κανόνα (1), το εμβληματικό του έργο που θα μπορούσαμε να πούμε ότι το χρησιμοποιεί και σαν πεδίο αναμέτρησής του με την Φροϋδική σκέψη από μια ολοφάνερα αμφιθυμική θέση-άλλωστε έχει ομολογήσει ότι το παράπονο του αναλυτή του ήταν ότι δεν ανέπτυξε καθόλου μεταβίβαση και ο λόγος για τον οποίο πήγαινε στις συνεδρίες ήταν για να δείξει στον αναλυτή του τον σωστό τρόπο ανάγνωσης του Φρόιντ(2). Όντας δεινός και σχολαστικός αναγνώστης ο αιρετικός Μπλούμ, είναι λογικό να σκεφτούμε ότι στην παραπάνω κρίση του συνέβαλε και η ανάγνωση του μικρού δοκιμίου με τίτλο Το Εφήμερο(3). Το συνέθεσε ο Φρόιντ τον Νοέμβριο του 1915 και δημοσιεύτηκε την επόμενη χρονιά, μαζί με κείμενα συγγραφέων και καλλιτεχνών, σε επετειακό τόμο με τίτλο Η χώρα του Γκαίτε.

Το Εφήμερο

Δεν πάει πολύς καιρός που έκανα ένα καλοκαιρινό περίπατο στην ανθισμένη ύπαιθρο με τη συντροφιά ενός λιγομίλητου φίλου κι ενός νεαρού αλλά, ήδη, πασίγνωστου  ποιητή. Ο ποιητής θαύμαζε την ομορφιά του τοπίου αλλά δεν την απολάμβανε. Τον αναστάτωνε η σκέψη ότι όλη αυτή η ομορφιά ήταν μοιραίο να χαθεί, ότι θα αφανιζόταν με τον ερχομό του χειμώνα, όπως ακριβώς συμβαίνει με όλα τα ανθρώπινα κάλλη και με κάθε θαυμαστό και λαμπρό δημιούργημα του ανθρώπου στο παρελθόν και στο μέλλον. Οτιδήποτε είχε αγαπήσει και θαυμάσει του φαινόταν πως θα έχανε την αξία του μιας και η εφήμερη ύπαρξή του ήταν η καταδίκη του.

Η προδιάθεση για αποσύνθεση του όμορφου και τέλειου προκαλεί, όπως γνωρίζουμε, δύο διαφορετικές ψυχικές διεγέρσεις. Η μία οδηγεί στην οδυνηρή αποκαρδίωση που ένιωσε ο νεαρός ποιητής, ενώ η άλλη οδηγεί σε εξέγερση κατά της αναπότρεπτης αυτής αλήθειας. Όχι! δεν είναι δυνατόν όλη αυτή η ωραιότητα της Φύσης και της Τέχνης, του κόσμου των αισθήσεών μας και του εξωτερικού κόσμου να εξανεμιστεί. Θα ήταν πολύ ανόητο και ξιπασμένο να το πιστέψουμε.Με τον έναν ή άλλο τρόπο η ομορφιά θα μπορέσει να επιζήσει και ν’ αποφύγει τον όλεθρο της καταστροφής.

Αλλ’ αυτή η απαίτηση αθανασίας είναι απόρροια των επιθυμιών μας και είναι σαφές πως δεν μπορεί να έχει αξιώσεις από την πραγματικότητα• αν και οδυνηρό, δεν παύει να είναι πραγματικό. Δεν θα μπορούσα να διανοηθώ να αμφισβητήσω το εφήμερο όλων των πραγμάτων ούτε να αξιώσω κάποια εξαίρεση προς όφελος της ομορφιάς και της τελειότητας. Αλλά αμφισβήτησα την πεσιμιστική κρίση του ποιητή πως ο εφήμερος χαρακτήρας της ομορφιάς συνεπάγεται οποιαδήποτε απαξίωσή της.  

Αντιθέτως, υπερτίμησή της. Η εφήμερη αξία σε βάθος χρόνου είναι σπάνια αξία. Ο περιορισμός της δυνατότητας απόλαυσης αυξάνει την αξία της απόλαυσης. Ήταν ακατανόητο, είπα με έμφαση, η σκέψη του εφήμερου της ομορφιάς να μας εμποδίζει να την απολαύσουμε. Καθ’ όσον αφορά την ομορφιά της Φύσης, κάθε που χάνεται τον χειμώνα, ξανάρχεται την άλλη χρονιά, έτσι ώστε σε σχέση με το μάκρος του βίου μας να μπορεί να θεωρηθεί αιώνια. Η ομορφιά της ανθρώπινης μορφής και εμφάνισης χάνεται για πάντα στη πορεία της ζωής μας, αλλά η εξαφάνισή τους τις προσδίδει καινούρια γοητεία. Το λουλούδι που ανθίζει μόνο για μια νύχτα, δεν μας είναι εξ αιτίας αυτού λιγότερο ευχάριστο. Ούτε μπορώ να καταλάβω γιατί η ομορφιά και τελειότητα ενός έργου τέχνης ή ενός διανοητικού επιτεύγματος θα χάσουν την αξία τους λόγω του χρονικού περιορισμού. Μπορεί, πράγματι, να έλθει μια εποχή που οι ζωγραφικοί πίνακες και τα αγάλματα που θαυμάζουμε σήμερα να γίνουν σκόνη, ή να ακολουθήσει μια ανθρώπινη ράτσα που δεν θα κατανοεί πια τα έργα των ποιητών και των στοχαστών μας, ή μπορεί να καταφτάσει μια γεωλογική εποχή που θα πάψει να υπάρχει έμβια ζωή πάνω στη γη• αλλά εφ’ όσον η αξία όλης αυτής της ομορφιάς και τελειότητας καθορίζεται από τη σημασία που έχει για τη συναισθηματική μας ζωή, δεν έχει ανάγκη να επιβιώσει μετά από μας και επομένως δεν εξαρτάται από την απόλυτη διάρκεια.

Οι σκέψεις αυτές μου φάνταζαν αδιαφιλονίκητες• παρατήρησα όμως πως δεν είχα κάνει  εντύπωση ούτε στον ποιητή ούτε στον φίλο μου. Η αποτυχία με οδήγησε στο συμπέρασμα πως κάποιος ισχυρός συναισθηματικός παράγοντας επηρέαζε ενοχλητικά την κρίση τους και, αργότερα, πίστεψα πως βρήκα ποιος ήταν. Αυτό που κατέστρεφε την απόλαυση της ομορφιάς πρέπει να ήταν μια ψυχική εξέγερση ενάντια στο πένθος. Η ιδέα πως όλη αυτή η ομορφιά ήταν προσωρινή έδινε στα δυο αυτά ευαίσθητα μυαλά μια πρόγευση του πένθους για τον χαμό της• κι εφ’ όσον η ψυχή ενστικτωδώς αποστρέφεται οτιδήποτε το οδυνηρό, αισθάνθηκαν να εμποδίζεται η απόλαυση της ομορφιάς από τις σκέψεις περί παροδικότητάς της.

Το πένθος για την απώλεια κάποιου που έχουμε αγαπήσει ή θαυμάσει φαίνεται στον απλό άνθρωπο τόσο φυσικό, που το θεωρεί αυτονόητο. Αλλά για τους ψυχολόγους το πένθος συνιστά μέγα αίνιγμα, ένα από τα φαινόμενα που δεν μπορούν να εξηγηθούν αλλά στα οποία μπορούν να αναχθούν άλλα σκοτεινά σημεία. Φαίνεται πως διαθέτουμε ένα συγκεκριμένο απόθεμα ικανότητας για αγάπη-αυτό που ονομάζουμε libido-το οποίο στα πρωιμότερα στάδια ανάπτυξης στρέφεται προς το εγώ μας. Αργότερα, αν και ακόμα σε πρώιμη περίοδο, η libido αυτή εκτρέπεται από το εγώ στα αντικείμενα, τα οποία έτσι, υπό μία έννοια, τα παίρνουμε μέσα στο εγώ μας. Αν τα αντικείμενα καταστραφούν ή χαθούν, η ικανότητά μας για αγάπη (η libido μας) απελευθερώνεται και πάλι• και μπορεί είτε να τα αναπληρώσει με άλλα αντικείμενα είτε να επιστρέψει προσωρινά στο εγώ. Αλλά για ποιόν λόγο η αποκόλληση αυτή της libido από τα αντικείμενά της πρέπει να είναι τόσο οδυνηρή διαδικασία, παραμένει για μας μυστήριο και δεν μπορέσαμε μέχρι τώρα να διατυπώσουμε καμιά υπόθεση προς εξήγησή του. Κατανοούμε μόνο ότι η libido προσκολλάται στα αντικείμενά της και δεν απαρνιέται αυτά που χάνονται ακόμα κι αν υπάρχουν στη διάθεσή της υποκατάστατα. Αυτό, λοιπόν, είναι το πένθος.

Η κουβέντα μου με τον ποιητή έγινε το καλοκαίρι πριν τον πόλεμο. Ένα χρόνο μετά ξέσπασε ο πόλεμος και απογύμνωσε τον κόσμο από τοις ομορφιές του. Δεν κατέστρεψε μόνο την ομορφιά των εξοχών που διέσχισε και τα έργα τέχνης που συνάντησε στο διάβα του, αλλά επί πλέον συνέτριψε την περηφάνια μας για τα πολιτιστικά μας επιτεύγματα, τον θαυμασμό μας για πολλούς φιλοσόφους και καλλιτέχνες και τις ελπίδες μας για τελικό θρίαμβο επί των διαφορών μεταξύ εθνών και φυλών. Αμαύρωσε την μεγαλόψυχη αμεροληψία των επιστημών μας, φανέρωσε τα ένστικτά μας στην πλήρη τους γυμνότητα και ξαμόλησε από μέσα μας τα πνεύματα του κακού, αυτά που νομίζαμε πως τα είχαμε δαμάσει για πάντα μέσω αιώνων συνεχούς εκπαίδευσης από τα εκλεκτότερα μυαλά. Ξανάκανε την πατρίδα μας μικρή και τον υπόλοιπο κόσμο πιο μακρινό. Μας αποστέρησε από πάρα πολλά που είχαμε αγαπήσει και μας απέδειξε πόσο εφήμερα ήταν πολλά που θεωρούσαμε αμετάβλητα.

Δεν εκπλησσόμαστε, λοιπόν, που η libido μας, στερημένη από τόσα πολλά από τα αντικείμενά της, προσκολλήθηκε με την μεγαλύτερη δυνατή ένταση σε  ό,τι μας απόμεινε, ότι η αγάπη μας για την πατρίδα μας, για τους πιο κοντινούς μας και η περηφάνια για όσα έχουμε κοινά, ξαφνικά δυνάμωσε. Είναι  όμως αλήθεια  ότι τα άλλα αγαθά που χάσαμε έπαψαν να έχουν για μας αξία επειδή αποδείχθηκαν τόσο φθαρτά και μη ανθεκτικά; Πολλοί το πιστεύουν,αλλά γι’ άλλη μια φορά, νομίζω πως λαθεύουν. Πιστεύω πως όσοι σκέφτονται έτσι και μοιάζουν πρόθυμοι να παραιτηθούν για πάντα επειδή ό,τι ήταν πολύτιμο αποδείχθηκε προσωρινό, απλώς πενθούν αυτό που χάθηκε. Το πένθος, όπως γνωρίζουμε, όσο οδυνηρό κι αν είναι φτάνει αβίαστα σ’ ένα τέλος. Όταν έχουμε απεμπολήσει οτιδήποτε χάσαμε, έχει πια αυτοκαταναλωθεί και η libido μας είναι ξανά ελεύθερη (στον βαθμό που είμαστε νέοι και δραστήριοι) ν’ αντικαταστήσουμε τα χαμένα αντικείμενα με καινούρια, εξ ίσου ή ακόμα περισσότερο πολύτιμα. Ας ελπίσουμε πως το ίδιο θα ισχύσει και για τις απώλειες που προκάλεσε αυτός ο πόλεμος. Όταν ξεπεραστεί το πένθος θα διαπιστώσουμε ότι η μεγάλη μας εκτίμηση  προς τις πολιτιστικές μας αξίες δεν μειώθηκε καθόλου από την αποκάλυψη της ευθραστότητάς τους. Θα ξανακτίσουμε όλα όσα κατέστρεψε ο πόλεμος, ίσως σε στερεότερο έδαφος και για μεγαλύτερη διάρκεια από πριν.

Μεταξύ άλλων Το Εφήμερο μας καλεί να ξανασκεφτούμε τα περί πεσιμιστή Φρόιντ που τόσο άκοπα προφέρονται και υποστηρίζονται. Κι αν δεν αρκούν αυτά που διαβάζουμε σ’ αυτές τις αράδες ας ακούσουμε τον ίδιο τον Φρόιντ σε πρώτο πρόσωπο. Σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξή του το 1926 (4)  ξαναπιάνει  το νήμα της σκέψης του: «Έχω περάσει τα 70. Είχα να φάω, απόλαυσα την συντροφιά της γυναίκας μου, των παιδιών μου, τα ηλιοβασιλέματα. Είδα τα φυτά να αναπτύσσονται την άνοιξη. Κάθε τόσο έπιανα σφιχτά ένα φιλικό χέρι. Μια ή δυο φορές συνάντησα κάποιον που με καταλάβαινε. Τι να ζητήσω περισσότερο;…(χαϊδεύοντας έναν ανθισμένο θάμνο) με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο αυτό το άνθος παρά το οτιδήποτε συμβεί μετά τον θάνατό μου…δεν είμαι πεσιμιστής, δεν αφήνω να καταστραφεί η απόλαυση των απλών πραγμάτων από φιλοσοφικούς στοχασμούς…όχι, δεν είμαι πεσιμιστής όσο έχω τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου και τα λουλούδια μου…»

Η ταυτότητα των δυο συνομιλητών του Φρόιντ είναι άγνωστη και δεν είναι σίγουρο αν έγινε καν αυτή η κουβέντα ούτε κι αν ο τόπος ήταν η ύπαιθρος σε εποχή διακοπών. Θεωρείται πιθανότερο  να αποτελεί το πολυσήμαντο αυτό δοκίμιο μια φροϋδική κατασκευή για να εκφράσει τα συναισθήματά του με αφορμή τον πόλεμο  στα πλαίσια διεργασίας του πένθους του. Όπως κατασκευή είναι και το βιβλίο του Matthew von Unwerth (5) που βασίζεται στο παραπάνω κείμενο του Φρόιντ. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει στο πρόσωπο του ποιητή τον Reiner Maria Rilke και στο πρόσωπο του φίλου την μούσα του Rilke και ψυχαναλύτρια Lou Andreas-Salome. Με πυρήνα αυτήν την τριάδα  ζωντανεύει ένας ολόκληρος κόσμος όπου δεσπόζουσα θέση κατέχει ο άνθρωπος Φρόιντ και οι ιδέες του. Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο, κατ’ ομολογία του δημιουργού του, γράφτηκε την εποχή που πενθούσε τον χαμό του αναλυτή του στον τέταρτο χρόνο της ανάλυσης.

1. Χάρολντ Μπλούμ, Ο Δυτικός Κανόνας, εκδ. Gutenberg, 2007

2. The Paris Review, 1991, No 118

3. Sigmund Freud, Το Εφήμερο (Οn Transience), 1916, SE 14,σελ. 303

4. The Freud Folder, Ana Belchior Melicias, 2015

5. Matthew von Unwerth, Freud’s Requiem, 2006